συμμαζεύω

συμμαζεύω
μετ.
1) собирать; подбирать (тж. волосы); 2) наводить порядок; убирать; 3) ушивать, укорачивать (одежду); 4) подстригать, укорачивать (волосы); 5) обуздывать, сдерживать; образумливать, вразумлять;

δεν συμμαζεύεις το γυιό σου απ' τούς δρόμους — ты распустил своего сына;

δεν μπορούσε να τον συμμαζέψει — он не мог его обуздать;

6) налаживать (работу, дело);
7) перен. подобрать, приютить (кого-л.);

συμμαζεύομαι

1) — сдерживаться;

2) образумливаться;

τώρα τελευταία συμμαζεύτηκε — он в последнее время образумился;

§ καί δεν συμμαζεύεται ирон. — и понёс, и понёс...


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "συμμαζεύω" в других словарях:

  • συμμαζεύω — συμμαζεύω, συμμάζεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συμμαζεύω — και συμμαζώνω συμμάζεψα και ωξα, συμμαζεύτηκα και ώχτηκα, συμμαζεμένος και ωμένος 1. περισυλλέγω: Η κλώσα συμμαζεύει τα πουλάκια της. – Είναι καιρός να συμμαζέψω τα βιβλία που δάνεισα. 2. τακτοποιώ: Συμμάζεψε λίγο το σπίτι να μη μας βρουν σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμμαζεύω — Ν 1. συναθροίζω, συγκεντρώνω στο ίδιο μέρος πράγματα διασκορπισμένα 2. (ιδίως για αγροτικά προϊόντα) συγκεντρώνω και αποθηκεύω, σοδιάζω, συγκομίζω 3. συνεκδ. τακτοποιώ, συγυρίζω 4. περιστέλλω, συγκρατώ («συμμάζεψε λίγο τα μαλλιά σου να μην… …   Dictionary of Greek

  • πιέζω — ΝΜΑ και δωρ., αιολ. και μτγν. τ. πιάζω, ιων. και επικ. τ. πιεζέω Α 1. σφίγγω δυνατά, ζουλώ με δύναμη, θλίβω, συνθλίβω, συμπιέζω, ασκώ πίεση (α. «πιέζω το βαμβάκι» β. «χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα», Ομ. Ιλ.) 2. συσφίγγω, συμμαζεύω, στοιβάζω,… …   Dictionary of Greek

  • συμμάζεμα — το, Ν [συμμαζεύω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού συμμαζεύω, συγκέντρωση σκόρπιων κυρίως πραγμάτων στο ίδιο σημείο 2. (ιδίως σχετικά με αγροτικά προϊόντα) συγκομιδή 3. τακτοποίηση, συγύρισμα («το δωμάτιό σου θέλει γερό συμμάζεμα») 4. σύσφιγξη …   Dictionary of Greek

  • άστειφτος — και άστυφτος και άστυφος, η, ο εκείνος που δεν έχει στειφτεί, που δεν τον έχουν στραγγίσει («άστειφτο λεμόνι», «άστειφτα ρούχα», «άστειφτο σφουγγάρι»). [ΕΤΥΜΟΛ. Η γραφή με ει προέρχεται από την ετυμολόγηση του τ. άστειφτος < στείβω «πατώ,… …   Dictionary of Greek

  • περισουφρώνω — ΝΜ νεοελλ. κλέβω λίγα λίγα και τά μαζεύω, αφαιρώ βαθμιαία («ό,τι μπορώ περισουφρώνω κάθε μέρα») μσν. επιδιορθώνω κάτι με ραφή, με σούφρα, συμμαζεύω, μπαλώνω, περιμαζεύω («τὰ καλίγια μου... ἔπιασα τάχατε μικρὸν νὰ τὰ περισουφρώσω», Πρόδρ.) …   Dictionary of Greek

  • περιστύφω — Α αποξηραίνω κάτι εντελώς με στυπτική ύλη. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + στύφω «συστέλλω, συμμαζεύω, είμαι στυφός»] …   Dictionary of Greek

  • περισυνάγω — ΜΑ [συνάγω] 1. συγκεντρώνω κάτι γύρω από κάτι άλλο ή από κάποιον 2. συγκεντρώνω διασκορπισμένα μέρη ενός συνόλου, συναθροίζω από παντού σε ένα μέρος, περισυλλέγω, συμμαζεύω …   Dictionary of Greek

  • περισυστέλλω — Μ 1. συμμαζεύω κάτι ολόγυρα, περιμαζεύω 2. περικαλύπτω …   Dictionary of Greek

  • στέλλω — ΝΜΑ, και στέλνω και στέρνω Ν αποστέλλω, πέμπω (α. «τού έστειλε πολλά χαιρετίσματα» β. «ἐς οἶκον σὸς λόγος στέλλει πάλιν», Αισχύλ.) νεοελλ. φρ. «στέλνω κάποιον στον διάβολο» διώχνω κάποιον με άσχημο τρόπο, τόν ξαποστέλνω νεοελλ. αρχ. ναυτ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»